μηκώνειον


μηκώνειον
μηκώνειον, τό, Mohnsaft

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μηκώνειον — flavoured with opium neut nom/voc/acc sg μηκώνειος flavoured with opium masc acc sg μηκώνειος flavoured with opium neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκωνείοις — μηκώνειον flavoured with opium neut dat pl μηκώνειος flavoured with opium masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκωνείου — μηκώνειον flavoured with opium neut gen sg μηκώνειος flavoured with opium masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηκωνείῳ — μηκώνειον flavoured with opium neut dat sg μηκώνειος flavoured with opium masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Опиум — (хим.). Под этим названием в продаже известен высушенный млечный сок, добываемый из семянных коробочек мака (Papaver somniferum). С химической точки зрения О. представляет смесь весьма многих веществ, причем количественные отношения их, по… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • μηκώνειος — μηκώνειος, εία, ον (Α) 1. ο αρωματισμένος με χυμό μήκωνος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ μηκώνειον α) το όπιο β) η καστανοπρασινωπή ύλη που αποτελεί τα πρώτα κόπρανα τού εμβρύου και τού νεογεννήτου. [ΕΤΥΜΟΛ. < μήκων + κατάλ. ειος (πρβλ. κάπν ειος, σύκ… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.